Π.Ε.Σ.Τ.Υ

Υπόμνημα Χατζηθεοδώρου

 

Προς το Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ένωσής Συνταξιούχων Τελωνειακών Υπαλλήλων ΠΕΣΤΥ

Ακαδημίας 36 Αθήνα

 

Κύριοι συνάδελφοι

 

Ανταποκρινόμενοι στην απόφαση της πλειοψηφίας της Γενικής Συνέλευσης της ΠΕΣΤΥ με την οποία μας ανατέθηκε η εξέταση των δεδομένων και των παραμέτρων που θα προκύψουν μετά την κρίση του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ) επί της ασκηθείσας και θεωρουμένης ως πιλοτικής των συμφερόντων μας αίτησης αναιρέσεως του συναδέλφου κ. Δημ. Τριγάζη, κατά της υπ αριθμ 427/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σχετικά με τη γνωστή ασφαλιστικού ενδιαφέροντος διαφορά μας με το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) προκειμένου στη συνέχεια και εφόσον η αναμενόμενη να εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ θα ήταν αρνητική να πράξουμε τα απαιτούμενα, ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Στρασβούργο), αξιοποιώντας προς τούτο τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από τον προαναφερθέντα συνάδελφο με την συνεπικουρία ως προς την απαιτούμενη δικαστική δαπάνη της ΠΕΣΤΥ, έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε τα ακόλουθα:

  1. Το ΣτΕ εξέδωσε πράγματι την υπ αρίθμ. 2651/2011 απόφαση του, με την οποία απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του συναδέλφου κ. Δημ. Τριγάζη κρίνοντας ότι τα προβληθέντα από αυτόν ήσαν αβάσιμα.
  2. Τα επιχειρήματα που κατά βάση προβλήθηκαν και οι λόγοι για τους οποίους αυτά κρίθηκαν, ως νόμω αβάσιμα , έχουν ως εξής

 

Επιχείρημα 1ο : Υποστηρίχθηκε ότι μόνη διάταξη που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον κανονισμό του μερίσματος ήταν αυτή του άρθρου 2 του Καταστατικού του ΜΤΠΥ η οποία ορίζει ότι «Το ΜΤΠΥ έχει ως προορισμό την κατ΄ αναλογία του ποσού των καταθέσεων εκάστου , παροχήν μερίσματος εις τους μετόχους του Ταμείου και τας οικογενείας αυτών , κατά τους όρους του παρόντος (Καταστατικού)

Το ΣτΕ έκρινε ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί καθόσον από τη συνδυασμένη εξέταση των σχετικών καταστατικών διατάξεων του ΜΤΠΥ (περιλαμβανομένης και της διατάξεως του άρθρου 2 του Καταστατικού) και των διατάξεων που διέπουν το θεσμό των ΔΕΤΕ προκύπτει ότι για τον υπολογισμό του μερίσματος που αναλογεί στους μετόχους (τελωνειακούς συνταξιούχους) δεν λαμβάνονται υπόψη οι αμοιβές από ΔΕΤΕ, έστω κι αν για αυτές καταβλήθηκαν εισφορές, τούτο δε, διότι ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης (κύριας και επικουρικής) και ο καθορισμό των αποδοχών (εκείνων) που λαμβάνονται κάθε φορά υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό αυτό, επαφίεται στην κρίση του νομοθέτη και ο νομοθέτης, εν προκειμένω δια των διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Δ. 422/1981 « περί κωδικοποιήσεως των περί του ΜΤΠΥ διατάξεων και του άρθρου 9 του Π.Δ. 166/2000 «περί του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» προσδιόρισε περιοριστικά ως βάση για τον υπολογισμό του μερίσματος που χορηγεί το ΜΤΠΥ, όχι το σύνολο των λαμβανομένων από έναν εν ενεργεία υπάλληλο αποδοχών, αλλά, εξ αυτών, μόνο το βασικό μισθό και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ορίζοντας, περαιτέρω ότι ως βασικός μισθός με τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενέργειας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε και μισθοδοτείτο ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.

Στο σημείο αυτό, μάλιστα προς ενίσχυση του συλλογισμού με τον οποίο απέκλεισε τον συνυπολογισμό των εισφορών των ΔΕΤΕ στη διαμόρφωση του μερίσματος των συνταξιούχων τελωνειακών, έκρινε, επί πλέον ότι τα ΔΕΤΕ δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως οιονεί βασικός μισθός, διότι το ύψος τους δεν είναι σταθερό, αλλά κυμαινόμενο ανάλογα με τις πραγματοποιούμενες εκάστοτε υπερωρίες!

 

Επιχείρημα 2ο . Υποστηρίχθηκε, περαιτέρω ότι το μέρισμα που χορηγείται από το ΜΤΠΥ προς τους συνταξιούχους έχει χαρακτήρα αμιγώς ανταποδοτικό με την έννοια ότι ο φορέας αυτός της επικουρικής ασφάλισης έχει μεν δικαίωμα να εισπράττει από τους ασφαλιζόμενους εισφορές επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, αλλά έχει και την υποχρέωση να ανταποδίδει σε αυτούς εφαρμόζοντας τον κανόνα της αναλογίας, μέρισμα υπολογιζόμενο επί του συνολικού ποσού των εισφορών τους και όχι επιλεκτικά , επί μέρους μόνον των εισφορών που κατέβαλαν.

Επί του επιχειρήματος αυτού το ΣτΕ έκρινε, ότι σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που έγιναν από το νομοθέτη με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι ασφαλιστικές παροχές (μερίσματα) δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες εισφορές, εφόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη , όπως δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος και ο «κανόνας της αναλογίας» των ασφαλιστικών εισφορών και παροχών.

 

Επιχείρημα 3ο . Προβλήθηκε επίσης, ότι το ΜΤΠΥ με τον τρόπο που κανονίζει το χορηγούμενο στους συνταξιούχους τελωνειακούς μέρισμα, δηλαδή, λαμβάνοντας υπόψη όχι το σύνολο των εισφορών τους, αλλά μέρος μόνο αυτών παραβιάζει και την αρχή της ισότητας που είναι κατοχυρωμένη με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος επειδή τελικά παρέχει στους τελωνειακούς συνταξιούχους τα ίδιο ποσό μερίσματος με τους συνταξιούχους άλλων κλάδων του Δημοσίου οι οποίοι κατέβαλαν πολύ λιγότερες από αυτούς εισφορές.

Επί του επιχειρήματος αυτού το ΣτΕ έκρινε ότι δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας , δεχόμενο , εν προκειμένω, τη διατύπωθείσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικου Εφετείου Αθηνών αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία ο νομοθέτης επί ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται «περιοδικώς» (έτσι χαρακτήρισε τις εισφορές των ΔΕΤΕ) μπορεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, να καθορίζει το ύψος της καταβαλλόμενης εισφοράς κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βαρύνονται περισσότερο οι εισοδηματικώς ισχυρότεροι , έναντι των οικονομικώς ασθενέστερων!

 

Επιχείρημα 4ο. Τέλος προβλήθηκε το επιχείρημα ότι με τον τρόπο που κανονίζει το ΜΤΠΥ το μέρισμα των συνταξιούχων τελωνειακών ήτοι παρακάμπτοντας των αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ανταποδοτικότητας παραβιάζει και την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)
που προστατεύει το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, καθότι περιουσιακό.

Επί του τελευταίου αυτού επιχειρήματος το ΣτΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας χορήγησης κυρίας και επικουρικής σύνταξης, ήτοι το άρθρο 9 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 166/2000) τα άρθρα 2 και 49 παρ. 2 του Π.Δ. 422/1981 περί κωδικοποιήσεως των περί του ΜΤΠΥ διατάξεων και οι συναφείς καταστατικές διατάξεις του ΜΤΠΥ ήτοι ιδίως των άρθρων 21,22, και 27 δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή, δεν προστατεύεται όμως , ως δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ποσού, δεδομένης της αναδιανεμητικής φυσιογνωμίας του συστήματος των συντάξεων και της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος.

 

3). Η παρούσα επιτροπή εξετάζοντας τα ανωτέρω δεδομένα κατ΄ ιδίαν και προς άλληλα, σχολιάζει αυτά ως ακολούθως:

Α. θεωρούμε αναμφισβήτητη την ορθότητα της κρίσεως του ΣτΕ και αποδεχόμαστε το τελικώς διατασσόμενο , ήτοι την απόρριψη της ασκηθείσας αίτησης αναιρέσεως.

Β. Διαπιστώνουμε, ωστόσο, ότι ορισμένες από τις διατυπωμένες στην εκδοθείσα απόφαση σκέψεις, χωρίς να επηρεάζουν την διαμόρφωση της τελικής κρίσης του Ανώτατου Δικαστηρίου, είναι ανακριβείς ή αυθαίρετες.

Αναφερόμαστε κατά πρώτον στην επικουρικά διατυπωμένη σκέψη, ότι τα ΔΕΤΕ επί των οποίων καταβάλλονται οι επίδικες εισφορές υπέρ του ΜΤΠΥ δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως οιονεί βασικός μισθός, διότι το ύψος τους δεν είναι , τάχα σταθερό, αλλά κυμαινόμενο αναλόγως των πραγματοποιουμένων εκάστοτε υπερωριών των τελωνειακών υπαλλήλων.

Η σκέψη αυτή θεωρούμε , ότι δεν είναι ακριβής, διότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων, Θέλουμε να πιστεύουμε, ότι η λανθασμένη αυτή σκέψη, οφείλεται πιθανότατα σε ελλιπή ενημέρωση του Δικαστηρίου εκ μέρους του προσφεύγοντος, καθόσον είναι γνωστό σε όλους και εύκολα θα μπορούσαμε να το αποδείξουμε, ότι ο τρόπος καθορισμού και ο τρόπος καταβολής των αμοιβών των τελωνειακών υπαλλήλων από τον Ειδικό Λογαριασμό των ΔΕΤΕ (όσα χρόνια αυτός υπήρχε, αλλά και μετά την κατάργησή του και μέχρι στης ενάρξεως της ισχύος του πρόσφατου νόμου 4024/2011 «περί ενιαίου μισθολογίου κλπ των δημ. Υπαλλήλων») γίνονταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία κάθε μηνός, βάσει σταθερών συντελεστών, συνδεόμενων με τον εκάστοτε ισχύοντα βασικό μισθό των δημ. Υπαλλήλων, εγκεκριμένων και προσαρμοσμένων βάσει νόμου ή Πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) εκδιδομένων κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, κατά κατηγορία, τελωνειακό κλάδο , κλιμάκιο ή βαθμό των δικαιούχων τελωνειακών υπαλλήλων, ανεξαρτήτως, δηλαδή , των πραγματοποιουμένων από έκαστον εξ αυτών υπερωριών και , σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως της συμμετοχής σε υπερωριακή εργασία όλων των εν ενεργεία τελωνειακών υπαλλήλων.

Αυτό το τελευταίο προκύπτει και από τη ρητή διάταξη των εκδιδομένων διαχρονικά ΠΥΣ , δυνάμει της οποίας ΔΕΤΕ εδικαιούντο και ελάμβαναν και οι τελούντες σε αναρρωτική άδεια τελωνειακοί υπάλληλοι καθώς και οι απουσιάζοντες σε κανονική άδεια.

Πέραν αυτών, ήταν και είναι γνωστό, ιδίως στο Προϊστάμενο Υπουργείο Οικονομικών, που μέχρι πρότινος επόπτευε το ΜΤΠΥ, το από πολλών δεκαετιών ισχύον καθεστώς μισθοδοσίας μας, για αυτό και αναφερθήκαμε στην εύκολη απόδειξη της αλήθειας αυτής, εφόσον ήθελε ζητηθεί η επιβεβαίωση, από αυτό( το Υπουργείο Οικονομικών) της ιδιαιτερότητας του τρόπου υπολογισμού και καταβολής των απολαυών μας, καθώς και ο προσδιορισμός των χαρακτηριστικών αυτού, όπως εμφαίνονται στον μαθηματικό τύπο υπολογισμού, που σαφέστατα προσιδιάζουν προς τα χαρακτηριστικά εκείνα ενός ειδικού μισθολογίου, καθότι διαμορφώνουν αθροιστικά ένα ενιαίο σύνολο τακτικών αποδοχών. Η οιονεί σύνδεση των ΔΕΤΕ ,με τον εκάστοτε βασικό μισθό μας εκτός από το γεγονός ότι προκύπτει από την συμπερίληψή τους στον μαθηματικό τύπο υπολογισμού τους, έχει και ιστορική αιτιολογία που ενισχύει έτι περισσότερο το ισχυρισμό μας, ότι οι δύο πηγές των απολαβών των τελωνειακών υπαλλήλων (Προϋπολογισμός και Ειδ. Λογαριασμός ΔΕΤΕ) συνθέτουν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα αμοιβής, καθώς ο ιδιαίτερος αυτός τρόπος μισθοδοσίας τους κλάδου των Τελωνειακών Υπαλλήλων υπήρξε από της καθιερώσεως του, το έτος 1917, το αποτέλεσμα όπως λέγεται, σοφής επιλογής του κράτους, με την έννοια, ότι το κράτος επέτυχε, χωρίς να επωμισθεί το ίδιο ολόκληρο το βάρος της μισθοδοσίας τους, να εξασφαλίσει συμφωνία των επιχειρήσεων και των Τελωνειακών Υπαλλήλων (δια των εκπροσώπων τους) βάσει της οποίας έγινε προσαρμογή της λειτουργίας της τελωνειακής υπηρεσίας προς τις ποικίλες ανάγκες του εισαγωγικού και του εξαγωγικού εμπορίου, που υπαγόρευσε, για μεν την πλευρά των τελωνειακών υπαλλήλων την υποχρεωτική ανταπόκριση στο κάλεσμα προσφοράς εργασίας όποτε ήθελε καταστεί αναγκαίο για τις επιχειρήσεις , δηλαδή ανεξάρτητα αν επρόκειτο περί ημέρας ή νύχτας, Κυριακών ή εορτών και ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου απασχόλησης τους, για δε την πλευρά των επιχειρήσεων , την αποζημίωση των εργαζομένων της τελωνειακής υπηρεσίας βάσει τιμολογίου εργασίας, όχι μόνο εκτός και μακράν των τελωνειακών καταστημάτων, αλλά και εντός αυτών και σε ώρες κανονικού ωραρίου εργασίας, γεγονός που αποσυνδέει την προσφερόμενη αμοιβή από την υπερωριακή εργασία και την συνδέει αποκλειστικά, με τις ιδιάζουσες συνθήκες υπό τις οποίες είναι αναγκασμένοι να εργάζονται οι τελωνειακοί υπάλληλοι

Αυτά όλα πιστεύουμε , ότι δεν ετέθησαν στην κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση δεν ετέθησαν και δεν απετέλεσαν αυτοτελή λόγο αναιρέσεως της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, ο συλλογισμός που διατυπώθηκε , τόσο στο Εφετείο όσο και στο ΣτΕ περί ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονταν δήθεν «περιοδικώς», δηλαδή, για εισφορές που καταβάλλονταν μόνο όταν πραγματοποιούσαμε υπερωριακή εργασία , καθώς και ο συλλογισμός ότι οι αποδοχές από ΔΕΤΕ ήσαν αποδοχές που δεν είχαν σταθερό ύψος , ώστε να θεωρηθούν ως οιονεί βασικός μισθός ,συνυπολογιζόμενος κατά τον καθορισμό του μερίσματός μας από το ΜΤΠΥ (και γιατί όχι και για τον καθορισμό της κυρίας σύνταξης μας) δεν ευσταθούν και για αυτό φρονούμε ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε το ζήτημα αυτό στις εν εξελίξει ευρισκόμενες υπόλοιπες προσφυγές (αίτηση αναιρέσης του συναδέλφου Αλ.Λιντοβόη), μετά από ενημέρωση και συννενόηση με τους προσφυγόντες συναδέλφους , καθότι το δεδικασμένο που ήδη δημιουργήθηκε δεν εμποδίζει την προβολή του νέου αυτού ισχυρισμού μας και τη δημιουργία νέας ενδεχομένως νομολογίας.

Κατά δεύτερον αναφερόμαστε στο μέρος εκείνο της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που έγινε αποδεκτή και από το ΣτΕ, σύμφωνα με το οποίο δεν παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της ισότητας επειδή ο νομοθέτης επί ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται επί «περιοδικών αμοιβών» όπως τα ΔΕΤΕ,δεν κωλύεται να καθορίσει το ύψος της καταβαλλόμενης εισφοράς κατά τρόπο ώστε να επιβαρύνονται περισσότερο οι εισοδηματικώς ισχυρότεροι, έναντι των οικονομικά ασθενέστερων. Την κρίση αυτή θεωρούμε όχι μόνο λανθασμένη, διότι βασίζεται σε σκέψη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα ΔΕΤΕ όπως ήδη υποστηρίξαμε, δεν αποτελούν αποδοχές «περιοδικώς» καταβαλλόμενες , αλλά τακτικές αποδοχές καταβαλλόμενες σταθερά και ισόποσα σε μηνιαία βάση σε όλους τους τελωνειακούς υπαλλήλους, ανάλογα με την Κατηγορία στην οποία ανήκουν και τον βαθμό ή το κλιμάκιο που κατέχουν, ανεξαρτήτως της προσφοράς υπερωριακής εργασίας από κάθε υπηρετούντα τελωνειακό υπάλληλο, αλλά τη θεωρούμε και ως κρίση εντελώς αυθαίρετη και ως εκ τούτου απαράδεκτη , καθόσον διακρίνει τους δημοσιοϋπαλληλικούς Κλάδους σε οικονομικά ισχυρούς και ανίσχυρους, κατατάσσοντας τον τελωνειακό κλάδο στους οικονομικά ισχυρούς παραγνωρίζοντας, εν προκειμένω, ότι οι επιπλέον αποδοχές που λαμβάνουν οι υπηρετούντες στον κλάδο αυτό αντιστοιχούν σε προσφορά εργασίας διαφορετικού βαθμού δυσκολίας, βαρύτητας και αξίας, σε σχέση με την προσφερόμενη από άλλους δημοσιοϋπαλληλικούς κλάδους εργασία, γεγονός που αναγνωρίσθηκε από το νομοθέτη ως αντιστάθμισμα της αναπόδραστα υπό ιδιάζουσες συνθήκες λειτουργίας της τελωνειακής υπηρεσίας.

Το αντίθετο, μάλιστα, θα συνιστούσε καταφανή αδικία των εργαζομένων του τελωνειακού κλάδου και θα ανέτρεπε την από αιώνος σχεδόν φιλοσοφική στάση του νομοθέτη, όπως αυτή διαχρονικά, σταθερά και αδιάλειπτα εκφράζεται στα πολλά και ποικίλα σχετικά νομοθετήματα (νόμους, Προεδρικά Διατάγματα και Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου) που θεσμοποίησαν τυπικά και ουσιαστικά τη συμφωνία κράτους, τελωνειακών υπαλλήλων και επιχειρηματιών του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου, χωρίς την εκδήλωση σοβαρών διαφωνιών ή αντιρρήσεων του συνόλου των άλλων κλάδων και της κοινωνίας.

Λανθασμένη και αυθαίρετη θεωρούμε την κρίση των άνω δύο δικαστηρίων όταν δέχονται περαιτέρω ότι ο νομοθέτης για λόγους δημοσίου συμφέροντος, επέβαλε στους εργαζομένους στον ισχυρό οικονομικά τελωνειακό κλάδο μεγαλύτερη εισφορά εννοώντας προφανώς το σύνολο των επίδικων εισφορών καθόσον εν προκειμένω, ο νομοθέτης δεν επέβαλε στον τελωνειακό κλάδο μεγαλύτερη εισφορά όλοι γνωρίζουμε , ότι όλοι οι υπάλληλοι των κλάδων του Δημοσίου πληρώνουμε υπέρ του ΜΤΠΥ την αυτού ύψους εισφορά ,ήτοι 2%, επί των πάσης φύσεως ακαθαρίστων αποδοχών μας.

Η σοβαρή επί πλέον ασφαλιστική επιβάρυνση των τελωνειακών υπαλλήλων οφειλόμενη, όπως αναφέρουμε ανωτέρω στον ιδιαίτερο τρόπο μισθοδοσίας των υπαλλήλων του τελωνειακού κλάδου, επειδή δεν προκύπτει, όπως θα επιβάλλονταν για λόγους δικαιοσύνης και ισότητας, από κάποια ειδική διάταξη νόμου, δημιουργεί στους συνταξιούχους τελωνειακούς υπαλλήλους την πεποίθηση, ότι ο νομοθέτης, με τις γενικές «περί του τρόπου υπολογισμού του μερίσματος διατάξεις που έχει θεσπίσει, δεν είχε πιθανότατα, σκοπό να επιβαρύνει τους εργαζόμενους στα τελωνεία Υπαλλήλους με επιπλέον, σε σχέση με τους άλλους δημοσίου υπαλλήλους, ανταποδοτική εισφορά και ότι τα πράγματα οδηγήθηκαν στο σημερινό άδικο, για να μην πούμε παράλογο για τους τελωνειακούς, αποτέλεσμα, είτε από έλλειψη, όπως πιστεύουμε , δυνατότητας εντοπισμού της ανισότητας που δημιουργούσαν οι γενικές ρυθμίσεις, είτε στην αδυναμία συντονισμού και εναρμόνισης των διαχρονικά μεμονωμένων ή συνολικών σχετικών ασφαλιστικών ρυθμίσεων.

Την άρση αυτού του παραλογισμού επιζητήσαμε κατ΄ αρχήν από τη διοίκηση του ΜΤΠΥ και του τότε εποπτεύοντος αυτό Υπουργείου και μετά την άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος μας από αυτά, καταφύγαμε στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας, ώστε, δια της ερμηνείας των σχετικών διατάξεων να υπάρξει λύση του νομικού αδιεξόδου με το προεκτεθέν αποτέλεσμα και ενώπιον αυτών.

Μόνη ελπίδα δικαίωσης παραμένει η θέσπιση ερμηνευτικής του νομικού καθεστώτος μισθοδοσίας και συντάξεων των τελωνειακών υπαλλήλων διάταξης. Άλλως θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι μόνοι οι τελωνειακοί υπάλληλοι από όλους τους δημοσίους υπαλλήλους του Κράτους υποχρεωθήκαμε να εισφέρουμε υπέρ….της πατρίδας, χωρίς να το γνωρίζουμε, ο καθένας μας, από 30 έως 70 χιλιάδες Ευρώ, διότι στο ποσό αυτό υπολογίζεται ότι ανέρχονται τοκιζόμενες, ανατοκιζόμενες και κεφαλαιοποιούμενες, με το μέσο τρέχοντα τόκο , οι εισφορές μας υπέρ του ΜΤΠΥ στη διάρκεια των 35 ετών υπηρεσία μας στο Δημόσιο.

Κατά τρίτον και τελευταίο αναφερόμαστε στην κρίση του ΣτΕ επί του τετάρτου, ως άνω, προβληθέντος ενώπιον του επιχειρήματος ότι η μη εφαρμογή των αρχών της ανταποδοτικότητας και της αναλογικότητας από την διοίκηση του ΜΤΠΥ (ελληνική νομοθεσία) κατά τον κανονισμό του μερίσματος των συνταξιούχων του Τελωνειακού Κλάδου γίνεται κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει τα περιουσιακά δικαιώματα των εργαζομένων ένα από τα οποία είναι και το δικαίωμα στη σύνταξη.

Επισημαίνεται και στο σημείο αυτό, ότι το ΣτΕ έκρινε ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος που προστατεύεται από την ανωτέρω διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν προστατεύεται, όμως, ως δικαίωμα ορισμένου ποσού, δεδομένης της αναδιανεμητικώς φυσιογνωμίας του συστήματος και της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος.

Για την πλήρη κατανόηση της τελευταίας αυτής θέσης και κρίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, την οποία θεωρούμε, ως την πλέον ενδιαφέρουσα, τόσο για τους συναδέλφους τελωνειακούς συνταξιούχους, όσο και για το διοικητικό Συμβούλιο της ΠΕΣΤΥ, μιας και οι όποιοι μελλοντικοί σχεδιασμοί διεκδίκησης του δικαίου μας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του ανθρώπου συναρτώνται ευθέως και αποφασιστικά με την κρίση αυτή, κρίνουμε ότι θα ήταν χρήσιμο, πριν από οποιοδήποτε σχολιασμό της, να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την πραγματική έννοια της ,με τρόπο, όσο το δυνατόν απλούστερο και καταληπτό.

Κατά τη γνώμη μας, λοιπόν, το ΣτΕ λέει, ότι η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν μας καλύπτει, επειδή η προστασία την οποία παρέχει στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα αφορά μόνο στις περιπτώσεις διεκδίκησης αναγνώρισης του δικαιώματος αυτού σε εκείνους που κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές και ο ασφαλιστικός τους φορέας δεν τους αναγνωρίζει το δικαίωμά τους στη σύνταξη και δεν επεκτείνεται και στις περιπτώσεις συνταξιοδοτικών απαιτήσεων που αφορούν ορισμό ή επαναπροσδιορισμό του ύψους του ποσού, χορηγουμένης ήδη από τον ασφαλιστικό φορέα, σύνταξης, όπως φαίνεται μορφοποιημένη η δική μας απαίτηση.

Η τελευταία αυτή αρμοδιότητα, δηλαδή, το πόση σύνταξη δικαιούται ο ασφαλισμένος από τον ασφαλιστικό φορέα του, ανήκει στην εξουσία του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος στην περίπτωσή μας, με τις καταστατικές διατάξεις του ΜΤΠΥ και τις λοιπές γενικές συνταξιοδοτικές διατάξεις που μνημονεύει το ΣτΕ στην απόφαση του, καθόρισε, περιοριστικά, το ποσό της δικαιούμενης επικουρικής σύνταξης μας, ορίζοντας, ότι το ποσό αυτό ανέρχεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού και του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας που λαμβάνουν οι εν ενεργεία δημ. Υπάλληλοι κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία.

Με αυτά τα δεδομένα και με την επιφύλαξη, ότι αντιλαμβανόμαστε σωστά το περιεχόμενο και τις κρίσεις του ΣτΕ, το σχόλιο μας περιορίζεται στο ότι οι πιθανότητές μας επιτυχούς διεκδίκησης του δικαίου μας είναι ισχνές, αν όχι ανύπαρκτες. Επειδή είναι σχεδόν βέβαιο ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα δηλώσει αναρμόδιο να επιληφθεί της προκύψασας διαφοράς μας με το ΜΤΠΥ, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν μπορούμε, σύμφωνα με τη δικονομία του δικαστηρίου αυτού να προβάλουμε ενώπιόν του άλλα νέα επιχειρήματα, όπως π.χ. ότι το ΜΤΠΥ αρνείται να μας χορηγήσει μέρισμα επί των εισφορών που καταβάλαμε σε αυτό από αποδοχές μας (περιουσία μας) που αποτελούν οιονεί βασικό μισθό που συμπληρώνει τον καταβαλλόμενο από τον κρατικό προϋπολογισμό βασικό μισθό μας και τούτο με τη δικαιολογία, ότι δεν έτυχε το επιχείρημα αυτό προηγουμένης δικανικής κρίσεως από τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας μας.

 

Κατόπιν όλων αυτών θεωρούμε ότι εναπόκειται στην κρίση σας εάν.

  1. θα ενημερώσετε τους συνταξιούχους τελωνειακούς επί των εξελίξεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την απόφαση του ΣτΕ και
  2. θα εμείνετε στη συνέχιση του δικαστικού αγώνα από τον έχοντα τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου συνάδελφο κ. Δημ. Τριγάζη εκτελώντας τη ληφθείσα προς τούτο το έτος 2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ΠΕΣΤΥ

 

Με τιμή

Οι Συναδελφοι

 

 

  1. ΑΝΑΣΤ. ΤΣΕΚΕΡΗΣ         2. ΝΙΚ. ΛΕΛΗΣ        3. ΣΑΒ. ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Copydata|copydata.gr
Copyright (c) 2016 | ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤ/ΧΩΝ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ